Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές γέφυρες και γεφύρια από την αρχαιότητα. Άλλες είναι ιστορικές, άλλες έχουν καταστραφεί από τον

καιρό ή τους πολέμους ή έχουν αντικατασταθεί με νεότερες. Άλλες είναι μικρές και άλλες μεγαλύτερες, άλλες γραφικές και άλλες σύγρονες, άλλες πέτρινες και άλλες σιδερένιες. Από όλη αυτήν την ποικιλία διαλέξαμε μερικές που έχουν ένα ιδιαίτερο νόημα και χαρακτηριστικό.

Αλφειού
Η εικόνα γνώριμη και για χρόνια αποτυπωμένη στο πάλαι ποτέ πεντοχίλιαρο. Είναι το πεντάτοξο και πέτρινο γεφύρι του Αλφειού, ενώ σε μια από τις κολόνες του προβάλλει ενσωματωμένο το δίκοχο εξωκκλήσι της Γέννησης της Θεοτόκου. Βρίσκεται στον δρόμο προς την Ανδρίτσαινα, ανασαίνει κάτω από τη σύγχρονη γέφυρα και όπως διαβάζουμε από το βιβλίο «Πολιτιστικός Χάρτης Αρκαδίας» (ΕΤΒΑ 1997) κτίστηκε από τους Φράγκους και ανακαινίστηκε την περίοδο 1439-1440 με δαπάνη του Μανουήλ Ραούλ Μελίκη. Εκτός από την ιστορική φόρτιση, αξίζει να μείνετε για ώρα στο πλάτωμα κάτω από τη μεγάλη γέφυρα και να απολαύσετε τους ήχους του Αλφειού.

Αρκαδικού
Η γέφυρα του Αρκαδικού, γνωστή και ως γέφυρα της Καζάρμας είναι Μυκηναϊκή γέφυρα, που βρίσκεται κοντά στο χωριό Αρκαδικό Αργολίδας. Θεωρείται η αρχαιότερη διατηρημένη γέφυρα της Ευρώπης και η αρχαιότερη μονότοξη γέφυρα που παραμένει μέχρι σήμερα σε χρήση. Η γέφυρα χτίστηκε κατά τον 13ο ή 14ο αιώνα π.Χ. και ήταν μέρος του οδικού δικτύου που είχαν κατασκευάσει οι Μυκηναίοι στην περιοχή της Αργολίδας. Η Γέφυρα είναι κατασκευασμένη από γιγαντιαίους ογκόλιθους, χαρακτηριστικό των κυκλώπειων Μυκηναϊκών κατασκευών. Έχει μήκος 22 μέτρα, πλάτος 5,6 μέτρα και ύψος 4 μέτρα. Εκτός από την γέφυρα του Αρκαδικού στην ευρύτερη περιοχή σώζονται άλλες τέσσερις παρόμοιες γέφυρες.

Άρτας
Το γεφύρι της Άρτας (στη λαϊκή παράδοση: γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μ.Χ., στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην «εξ ανθρωποθυσίας» θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα που αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού («Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν»). Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα», που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας, επί βασιλέως Πύρρου Α. Αυτό είναι φυσικό, επειδή στα μέρη αυτά αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός από τα προχριστιανικά ακόμη χρόνια. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α’ έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα (στα ρωμαϊκά χρόνια) με την άνθηση της διπλανής Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μ.Χ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, που προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και ενδιαφερόταν για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του. Δυστυχώς τα στοιχεία που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές είναι ελάχιστα και γι’ αυτό είμαστε αναγκασμένοι να στηριχθούμε για τη μελέτη του στο ίδιο το κτίσμα.

Αρτοτίβας
Το γεφύρι της Αρτοτίβας κατασκευάστηκε ή ανακατασκευάστηκε κατά την Α’ Ενετοκρατία (1407-1499) σε σχήμα τοξωτό κι είναι λιθόκτιστο με ασβεστοκονίαμα. Βρίσκεται σε μοναδική θέση στο στενότερο σημείο του ποταμού Εύηνου λίγο πριν συναντήσει τον παραπόταμό του Κότσαλο. Έχει άνοιγμα 22,35 μ., πλάτος 2,4 μ. και πάχος 1 μ. Το οδόστρωμα από τα δύο άκρα της γέφυρας έως την κορυφή προχωρά με κεκλιμένα πλατύσκαλα. Η τελική επίστρωση γίνεται με καλντερίμι επιμελώς κατασκευασμένο. Συνέδεε τη δυτική Αιτωλία με την ορεινή Ναυπακτία και Ευρυτανία μέχρι τη δεκαετία του 1950, οπότε κατασκευάσθηκε ο νέος δρόμος Θέρμου-Πλατάνου.

Αχλαδοκάμπου
Η σιδηροδρομική αυτή γέφυρα βρίσκεται στην Πελοπόννησο στα σύνορα των νομών Αργολίδας και Αρκαδίας, στη σιδηροδρομική γραμμή Κορίνθου-Τρίπολης-Καλαμάτας του ΟΣΕ. Οι εργασίες κατασκευής της ξεκίνησαν το 1970 και ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του 1973. Το πρώτο τραίνο πέρασε στις 22 Δεκεμβρίου 1973 τη νέα γέφυρα, ενώ τα επίσημα εγκαίνιά της τελέστηκαν στις 16 Φεβρουαρίου 1974. Η γέφυρα μελετήθηκε και κατασκευάστηκε αποκλειστικά από Έλληνες τεχνικούς. Τα γερμανικά στρατεύματα αποχωρώντας από την Ελλάδα στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 κατέστρεψαν τη γέφυρα που υπήρχε. Για τα επόμενα τριάντα χρόνια (1944-1974) η σιδηροδρομική σύνδεση Κορίνθου και Τριπόλεως στο σημείο αυτό γινόταν με παράκαμψη της διαδρομής.

Γοργοποτάμου
Είναι ποταμός της Φθιώτιδας. Πηγάζει από την Οίτη και ρέει προς τον κάμπο του Σπερχειού, στον οποίο συμβάλλει, λίγο πριν τις εκβολές του Σπερχειού στον Μαλιακό κόλπο. Το συνολικό του μήκος είναι 8 χιλιόμετρα. Στην αρχαιότητα ο ποταμός κατέληγε κατ’ ευθείαν στον Μαλιακό κόλπο, αλλά με τις συνεχείς προσχώσεις και την επέκταση του κάμπου της Λαμίας ενώθηκε τελικά με τον Σπερχειό. Ο Γοργοπόταμος σχηματίζει βαθύ φαράγγι στην Οίτη, πάνω από το οποίο διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή, από γέφυρα ύψους 30 μέτρων και μήκος 250. Ο Γοργοπόταμος έχει συνδεθεί με την εθνική αντίσταση, εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Στις 25 Νοεμβρίου του 1942 ενωμένες αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με τη συνεργασία Άγγλων πρακτόρων ανατίναξαν την σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοποτάμου, ενώ τη γέφυρα υπερασπιζόταν μία φρουρά αποτελούμενη από 100 Ιταλούς στρατιώτες και 5 Γερμανούς, που διέθεταν βαρύ οπλισμό. Η επιχείρηση αυτή αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πράξεις αντίστασης, στην κατεχόμενη Ευρώπη την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γοργοπόταμος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και την περίοδο της επανάστασης του 1821. Τον Απρίλιο του 1821 οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας επιχείρησαν να ανακόψουν την επέλαση του Οθωμανικού στρατεύματος του Ομέρ Βρυώνη στην περιοχή της Αλαμάνας (Σπερχειός) και του Γοργοποτάμου. Στην περιοχή Δέμα του Γοργοποτάμου ο οπλαρχηγός Δυοβουνιώτης αντιμετώπισε με επιτυχία ένα απόσπασμα του τουρκικού στρατεύματος και ανέκοψε την πορεία του προς την ορεινή περιοχή της Οίτης.

Εγνατίας
Η Εγνατία οδός είναι ο πρώτος υψηλών προδιαγραφών οδικός άξονας που διασχίζει «οριζόντια» την Ελλάδα. Έχει ως αφετηρία το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και στην πορεία της προς Ανατολάς, διέρχεται από όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας (Ηγουμενίτσα, Ιωάννινα, Μέτσοβο, Γρεβενά, Κοζάνη, Βέροια, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη). Με συνολικό μήκος 680 χλμ., αποτελεί ουσιαστικό μοχλό ανάπτυξης όλων των περιοχών που διασχίζει. Σε συνδυασμό με τους 9 κάθετους άξονες της ανοίγει τεράστιες προοπτικές και πρόκειται να αλλάξει τον τρόπο ζωής σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρης της ΝΑ Ευρώπης. Στην πορεία της συναντά περιοχές με εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον (π.χ. ορεινοί σχηματισμοί της Βόρειας Πίνδου, υγροβιότοποι Αλιάκμονα, Στρυμόνα, Νέστου, Έβρου, Κορώνειας και Βόλβης) και μοναδικής ιστορικής σημασίας (π.χ. αρχαιολογική περιοχή της Δωδώνης). Στον οδικό αυτόν άξονα υπάρχουν πολύ όμορφες γέφυρες, όπως αυτή.

Επισκοπής
Η Επισκοπή ήταν ένα μεγάλο χωριό, στο σημείο που περνούσε ο ποταμός Μέγδοβας. Το μέρος ήταν πεδινό, το πιο εύφορο του νομού Ευρυτανίας, και το χωριό βρισκόταν ακριβώς πάνω στον οδικό άξονα που συνδέει το Καρπενήσι με το Αγρίνιο. Το 1965, άρχισε η κατασκευή του φράγματος των Κρεμαστών το οποίο δημιούργησε την ομώνυμη τεχνητή λίμνη, τα νερά της οποίας κατέκλυσαν την Επισκοπή και τα άλλα μικρότερα χωριά της περιοχής. Οι κάτοικοι του χωριού, αφού πήραν κάποιες αποζημιώσεις για τις χαμένες τους περιουσίες, εγκατέλειψαν την περιοχή και εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Αγρίνιο, αλλά και σε άλλες πόλεις όπως στο Καρπενήσι, τη Λαμία, την Αθήνα, αλλά και στο εξωτερικό. Κάποιοι κάτοικοι, ωστόσο, παρέμειναν στην περιοχή και έχτισαν το σημερινό μικρό χωρίο που βρίσκεται δίπλα από τη γέφυρα που ενώνει Ευρυτανία και Αιτωλοακαρνανία.

Ευήνου
Η γέφυρα Ευήνου βρίσκεται επί της Εθνικής οδού Αντιρρίου-Μεσολογγίου. Έχει συνολικό μήκος 240 μέτρα (6 ανοίγματα των 40 μέτρων έκαστο) και πλάτος 10 μέτρα. Η έναρξη της κατασκευής της έγινε το καλοκαίρι του 1965 και η παράδοσή της στην κυκλοφορία στις αρχές του 1967. Η δαπάνη κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 13,75 εκ. δραχμών (με τιμές της εποχής εκείνης) και απαιτήθηκαν 55 τόνοι σκληρού χάλυβα προέντασης και 225 τόνοι σιδηρού οπλισμού. Για τα βάθρα και το κατάστρωμα απαιτήθηκαν 8.400 κυβικά μέτρα σκυροδέματος. Το έργο μελετήθηκε και κατασκευάστηκε από Έλληνες τεχνικούς. Πριν την κατασκευή της γέφυρας, τα οχήματα χρησιμοποιούσαν τη σιδηροδρομική γέφυρα.

Ευρίπου
Η Υψηλή Γέφυρα Ευρίπου (λέγεται και νέα γέφυρα Χαλκίδας) αποτελεί τμήμα της οδικής παράκαμψης της Χαλκίδας και ενώνει τη βοιωτική ακτή κοντά στο εργοστάσιο τσιμέντων με την ευβοϊκή στο λόφο Μπαταριά. Έχει συνολικό μήκος 694,5 μέτρα, ωφέλιμο πλάτος 12,5 μέτρα και ελεύθερο ύψος 34,5 μέτρα. Η κατασκευή του έργου ξεκίνησε το Μάιο του 1985 και ολοκληρώθηκε το 1993. Τα εγκαίνιά της έγιναν στις 9 Ιουλίου 1993. Το κόστος του έργου έφτασε τα 2,5 δισ. δραχμές (με τιμές εκείνης της εποχής). Η γέφυρα αποτελείται από τις προσβάσεις και το κεντρικό τμήμα. Οι γέφυρες προσβάσεως έχουν μήκος 4Χ35,875 μέτρα (Βοιωτία) και 4Χ39 μέτρα (Εύβοια). Το κεντρικό τμήμα της γέφυρας, μήκους 395 μέτρων είναι καλωδιωτό με κεντρικό άνοιγμα 215 μέτρα και πλευρικά 2Χ90 μέτρα. Το κεντρικό τμήμα συγκρατείται από καλώδια ανά 6 μέτρα περίπου. Η θεμελίωση των πυλώνων έγινε σε βάθος περίπου 28 μέτρων. Έχει ληφθεί πρόνοια προστασίας του έργου από πρόσκρουση πλοίων.

Παρανεστίου
Η γραφική αυτή σιδηροδρομική γέφυρα βρίσκεται κοντά στο χωριό Παρανέστι του νομού Δράμας.

Πλάκας
Η ονομαστή αυτή γέφυρα της Πλάκας στέκει περήφανη από το 1866. Είναι αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα, που αποσπά τον θαυμασμό απ’ όποιον τη διαβαίνει ή την αντικρίζει από κοντά ή μακριά. Η γέφυρα έχει συνολικό μήκος 61 μ. και ύψος 19,70 μ. Η μεγάλη καμάρα λεπτή και αέρινη έχει άνοιγμα 39 μ. Τη σχεδίασε και έχτισε ο μαστρο-Μπέκας στις αρχές του Ιουλίου του 1866. Το πολυπληθές συνεργείο εργάστηκε εντατικά και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου έλαβαν τέλος οι εργασίες.

Πολυφύτου
Η Γέφυρα της λίμνης του Πολυφύτου ή αλλιώς Υψηλή Γέφυρα Σερβίων/Νεράιδας είναι μία από τις μακρύτερες γέφυρες στην Ελλάδα με μήκος 1.372 μέτρα. Εγκαινιάστηκε το 1975, όταν δημιουργήθηκε η τεχνητή λίμνη του φράγματος του Πολυφύτου, στον ποταμό Αλιάκμονα. Τα έργα για την κατασκευή της ξεκίνησαν το 1972. Η γέφυρα αποτελεί τμήμα της Εθνικής Οδού Κοζάνης-Λάρισας και βρίσκεται 15 χλμ. νοτιοανατολικά της Κοζάνης και 5 χλμ. βορειοδυτικά των Σερβίων. Είναι η μία από τις δύο γέφυρες της λίμνης. Η άλλη (γέφυρα Ρυμνίου) βρίσκεται νοτιοδυτικά, κοντά στην Αιανή και είναι μικρότερη (έχει μήκος 615 μ.). Δίπλα στη γέφυρα και στην έδρα του Ναυτικού Ομίλου Κοζάνης έχει δημιουργηθεί μαρίνα, ενώ υπέροχη είναι η θέα της από το χωριό Νεράιδα Κοζάνης, τα ξενοδοχεία, οι ταβέρνες, και οι καφετέριες του οποίου, αποτελούν αγαπημένο μέρος αναψυχής των Κοζανιτών, αλλά και πολλών άλλων Μακεδόνων.

Ρίου-Αντίρριου
Η γέφυρα Χαρίλαος Τρικούπης είναι μια καλωδιωτή γέφυρα που ολοκληρώθηκε το 2004, βρίσκεται στον Κορινθιακό Κόλπο, ανάμεσα στο Ρίο (κοντά στην Πάτρα) και το Αντίρριο και συνδέει την Πελοπόννησο με τη δυτική ηπειρωτική Ελλάδα και προς τα πάνω με το υπόλοιπο της Ευρώπης. Κατασκευάστηκε από την Γαλλική εταιρία Vinci. Ήταν το όραμα του Χαρίλαου Τρικούπη, πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1880. Το μήκος της γέφυρας που στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες, ανέρχεται στα 2.280 μέτρα, ενώ μαζί με τις προσβάσεις φτάνει γύρω στα 2.880 μέτρα. Το μέγιστο βάθος θεμελίωσης φθάνει τα 65 μέτρα υπό την επιφάνεια της θάλασσας, με θαλάσσιο πυθμένα αποτελούμενο από ένα στρώμα τουλάχιστον 100 μέτρων με ασταθή ιζήματα, χωρίς προσβάσιμο βραχώδες στρώμα, σε μια σεισμική περιοχή που θεωρείται από τις πιο δραστήριες στην Ελλάδα, λόγω του τεκτονικού ρήγματος μεταξύ της νότιας και της βόρειας ακτής. Πρόκειται για ένα ηράκλειο έργο: 250.000 κυβικά μέτρα μπετόν, μεταλλικός σκελετός 172.000 τόνων, τέσσερις πυλώνες ύψους περίπου 220 μέτρων από τον πυθμένα της θάλασσας μέχρι την κεφαλή τους, οι οποίοι συγκρατούν 368 καλώδια, τοποθετημένα ανά διαστήματα, τα οποία στηρίζουν ένα συνεχές και πλήρως αναρτημένο κατάστρωμα μήκους 2.252 μέτρων. Η Γέφυρα Χαρίλαος Τρικούπης είναι η μεγαλύτερη καλωδιωτή γέφυρα του κόσμου. Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε με προδιαγραφές να αντέξει σε σεισμό μεγαλύτερο από αυτόν που σημειώθηκε στις 17 Αυγούστου 1999 στο Ισμίτ της Τουρκίας, ο οποίος ήταν μεγέθους 7,4 της κλίμακας Ρίχτερ. Έχει υπολογιστεί, επίσης, πως αντέχει σε ενδεχόμενη σύγκρουση τάνκερ εκτοπίσματος 180.000 τόνων, καθώς και σε ταχύτητα ανέμου 265 χλμ/ώρα, ταχύτητα που αντιστοιχεί σε τυφώνα κατηγορίας 5, το ανώτατο δυνατό επίπεδο στην κλίμακα Σαφίρ-Σίμπσον. Τέλος, η γέφυρα είναι σχεδιασμένη να απορροφά πιθανές μετατοπίσεις μεταξύ δύο βάθρων, σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Η γέφυρα περιλαμβάνει και πεζόδρομο/ποδηλατόδρομο, η χρήση των οποίων απαλλάσσεται πληρωμής διοδίων.

Τατάρνας
Η γέφυρα Τατάρνας ήταν μια μονοκάμαρη γέφυρα στον Αχελώο με μεγάλο άνοιγμα, που το ένα της άκρο πατούσε στο Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας και το άλλο στην Ευρυτανία. Η τεχνική της κατασκευής της ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστη. Πότε ακριβώς κατασκευάστηκε η γέφυρα είναι άγνωστο. Πιθανότατα κτίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα από πρωτομάστορες της περιοχής. Το όνομα Τατάρνα πήρε προφανώς από το κοντινό μοναστήρι «Παναγία της Τατάρνας» (ιδρυθέν το 1556). Δίπλα ακριβώς από τη γέφυρα ήταν η μεγαλύτερη πηγή του Αχελώου, γνωστή ως Μαρδάχα. Το καλοκαίρι ελάχιστο νερό έφτανε από τα ορεινά της Πίνδου. Ο κύριος όγκος του νερού πήγαζε από τη Μαρδάχα. Δυστυχώς η γέφυρα σήμερα βρίσκεται μέσα στα νερά της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών, μετά την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος τη δεκαετία του 1960. Στη θέση της υπάρχει σύγχρονη γέφυρα, που σχεδίασε ο πολιτικός μηχανικός Αρίσταρχος Οικονόμου και που για την τεχνική της κατασκευής της κέρδισε τρία διεθνή βραβεία. Η κατασκευή της πρωτοποριακής αυτής γέφυρας ξεκίνησε το 1965 και ολοκληρώθηκε το 1970. Στο ιστορικό γεφύρι της Τατάρνας δόθηκε το 1821 η πρώτη μάχη των Ελλήνων της Ρούμελης κατά των Τούρκων. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος κάθε χρόνο στις αρχές Ιουνίου γίνονται διάφορες εκδηλώσεις (θεία λειτουργία, επιμνημόσυνη δέηση, κατάθεση στεφανιών) στο μνημείο πεσόντων που βρίσκεται στη παρακείμενη θέση «Λαχανόκηπος» μετά τις οποίες και ακολουθεί πατροπαράδοτο γλέντι. Από τη νέα γέφυρα διέρχεται επαρχιακή οδός που συνδέει το νομό Ευρυτανίας με το νομό Αιτωλοακαρνανίας.